G983 — 2 wystąpień
G983 · βλαβερός (blaberos) · harmful — βλαβερός , -ά, -όν ; (βλάπτω), [in LXX: Pro.10:26 * ;] ; hurtful : 1Ti.6:9. †; (AS) [STEPBible CC BY]
Prz 11 Tm 1
-
Prz 10,26
LXX · A.ASM
ὥσπερ ὄμφαξ ὀδοῦσι βλαβερὸν καὶ καπνὸς ὄμμασιν οὕτως παρανομία τοῖς χρωμένοις αὐτήν -
1 Tm 6,9
SBLGNT · ----APF-
οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν·
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)