G9795 — 1 wystąpień
G9795 · ψιλός (psilos) · bare — 1. bare , ; 2. of land, ψιλὴ ἄροσις a bare corn-field, (Iliad by Homer); πεδίον μέγα τε καὶ ψιλόν (Herdotus Historicus): with genitive , γῆ ψιλὴ δενδρέων land bare of trees, (Herdotus Historicus):—; ψιλὴ γεωργία the tillage of land for cor… [STEPBible CC BY]
Joz 1
-
Joz 7,21
LXX · A.ASF
εἶδον ἐν τῇ προνομῇ ψιλὴν ποικίλην καλὴν καὶ διακόσια δίδραχμα ἀργυρίου καὶ γλῶσσαν μίαν χρυσῆν πεντήκοντα διδράχμων καὶ ἐνθυμηθεὶς αὐτῶν ἔλαβον καὶ ἰδοὺ αὐτὰ ἐγκέκρυπται ἐν τῇ γῇ ἐν τῇ σκηνῇ μου καὶ τὸ ἀργύριον κέκρυπται ὑποκάτω αὐτῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)