G9794 — 3 wystąpień
G9794 · ψιθυρίζω (psithurizō) · to whisper — to whisper, say into the ear , (Plato Philosophus):—; metaphorically , ὅταν πλάτανος πτελέᾳ ψιθυρίζῃ when the plane whispers to the elm, (Aristophanes Comicus) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Sm 1Ps 1Syr 1
-
2 Sm 12,19
LXX · V.PAI3P
καὶ συνῆκεν Δαυιδ ὅτι οἱ παῖδες αὐτοῦ ψιθυρίζουσιν καὶ ἐνόησεν Δαυιδ ὅτι τέθνηκεν τὸ παιδάριον καὶ εἶπεν Δαυιδ πρὸς τοὺς παῖδας αὐτοῦ εἰ τέθνηκεν τὸ παιδάριον καὶ εἶπαν τέθνηκεν -
Ps 41,8
LXX · V.IAI3P
ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατ᾿ ἐμοῦ ἐψιθύριζον πάντες οἱ ἐχθροί μου κατ᾿ ἐμοῦ ἐλογίζοντο κακά μοι -
Syr 21,28
LXX · V.PAPNSM
μολύνει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὁ ψιθυρίζων καὶ ἐν παροικήσει μισηθήσεται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)