G9789 — 2 wystąpień
G9789 · ψελλίζω (psellizō) · to stutter — to falter in speech, speak inarticulately :—;so in Mid., (Plato Philosophus) (ML) [STEPBible CC BY]
Iz 2
-
Iz 29,24
LXX · V.PAPNPF
καὶ γνώσονται οἱ τῷ πνεύματι πλανώμενοι σύνεσιν οἱ δὲ γογγύζοντες μαθήσονται ὑπακούειν καὶ αἱ γλώσσαι αἱ ψελλίζουσαι μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην -
Iz 32,4
LXX · V.PAPNPF
καὶ ἡ καρδία τῶν ἀσθενούντων προσέξει τοῦ ἀκούειν καὶ αἱ γλῶσσαι αἱ ψελλίζουσαι ταχὺ μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)