G9756 — 3 wystąpień
G9756 · χρέος (chreos) · a debt — 1. that which one needs must pay, an obligation, debt , (Odyssey by Homer); a debt for stolen cattle , (Iliad by Homer); χρεῖος ἀποστήσασθαι to pay a debt in full, (Iliad by Homer); ἀρᾶς τίνει χρ. pays the debt demanded by the curse, (Aesc… [STEPBible CC BY]
Pwt 2Mdr 1
-
Pwt 15,2
LXX · N.ASN
καὶ οὕτως τὸ πρόσταγμα τῆς ἀφέσεως ἀφήσεις πᾶν χρέος ἴδιον ὃ ὀφείλει σοι ὁ πλησίον καὶ τὸν ἀδελφόν σου οὐκ ἀπαιτήσεις ὅτι ἐπικέκληται ἄφεσις κυρίῳ τῷ θεῷ σου -
Pwt 15,3
LXX · N.GSN
τὸν ἀλλότριον ἀπαιτήσεις ὅσα ἐὰν ᾖ σοι παρ᾿ αὐτῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου ἄφεσιν ποιήσεις τοῦ χρέους σου -
Mdr 15,8
LXX · N.ASN
καὶ κακόμοχθος θεὸν μάταιον ἐκ τοῦ αὐτοῦ πλάσσει πηλοῦ ὃς πρὸ μικροῦ ἐκ γῆς γενηθεὶς μετ᾿ ὀλίγον πορεύεται ἐξ ἧς ἐλήμφθη τὸ τῆς ψυχῆς ἀπαιτηθεὶς χρέος
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)