G9754 — 2 wystąpień
G9754 · χρεμετίζω (chremetizō) · to snort — to neigh, whinny , Lat. hinnire , of horses, (Iliad by Homer), etc. ; Formed from the sound. (ML) [STEPBible CC BY]
Syr 1Jr 1
-
Syr 33,6
LXX · V.PAI3S
ἵππος εἰς ὀχείαν ὡς φίλος μωκός ὑποκάτω παντὸς ἐπικαθημένου χρεμετίζει -
Jr 38,7
LXX · V.AAD2P
ὅτι οὕτως εἶπεν κύριος τῷ Ιακωβ εὐφράνθητε καὶ χρεμετίσατε ἐπὶ κεφαλὴν ἐθνῶν ἀκουστὰ ποιήσατε καὶ αἰνέσατε εἴπατε ἔσωσεν κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ τὸ κατάλοιπον τοῦ Ισραηλ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)