G9737 — 2 wystąpień
G9737 · χλευασμός (chleuasmos) · taunting — 1. = χλευασία, (Demosthenes Orator) ; 2. a joke , (Plutarch) (ML) [STEPBible CC BY]
Ps 1Jr 1
-
Ps 79,4
LXX · N.NSM
ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ ἡμῶν -
Jr 20,8
LXX · N.ASM
ὅτι πικρῷ λόγῳ μου γελάσομαι ἀθεσίαν καὶ ταλαιπωρίαν ἐπικαλέσομαι ὅτι ἐγενήθη λόγος κυρίου εἰς ὀνειδισμὸν ἐμοὶ καὶ εἰς χλευασμὸν πᾶσαν ἡμέραν μου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)