G9714 — 3 wystąpień
G9714 · χελιδών (chelidōn) · a swallow — 1. the swallow , (Odyssey by Homer), etc.:—; the twittering of the swallow was proverbially used of barbarous tongues by the Greeks, (Aeschulus Tragicus); χελιδόνων μουσεῖα (see. μουσεῖον); proverbs also, μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ (Aristotl… [STEPBible CC BY]
Iz 1Jr 1Ba 1
-
Iz 38,14
LXX · N.NSF
ὡς χελιδών οὕτως φωνήσω καὶ ὡς περιστερά οὕτως μελετήσω ἐξέλιπον γάρ μου οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ βλέπειν εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὸν κύριον ὃς ἐξείλατό με -
Jr 8,7
LXX · N.NSF
καὶ ἡ ασιδα ἐν τῷ οὐρανῷ ἔγνω τὸν καιρὸν αὐτῆς τρυγὼν καὶ χελιδών ἀγροῦ στρουθία ἐφύλαξαν καιροὺς εἰσόδων αὐτῶν ὁ δὲ λαός μου οὐκ ἔγνω τὰ κρίματα κυρίου -
Ba 6,21
LXX · N.NPF
ἐπὶ τὸ σῶμα αὐτῶν καὶ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἐφίπτανται νυκτερίδες χελιδόνες καὶ τὰ ὄρνεα ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ αἴλουροι
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)