G9710 — 4 wystąpień
G9710 · χειμερινός (cheimerinos) · of winter — 1. of or in winter, of or in winter-time , opposite to θερινός, χ. τροπαί (see. τροπή 1), (Herdotus Historicus), etc.; τὴν χ. (i.e. ὥρην); during the winter season , (Herdotus Historicus) ; 2. wintry , (Thucydides); see. χειμέριος. (ML) [STEPBible CC BY]
Ezd 1Prz 1Jr 1Za 1
-
Ezd 10,13
LXX · A.NSM
ἀλλὰ ὁ λαὸς πολύς καὶ ὁ καιρὸς χειμερινός καὶ οὐκ ἔστιν δύναμις στῆναι ἔξω καὶ τὸ ἔργον οὐκ εἰς ἡμέραν μίαν καὶ οὐκ εἰς δύο ὅτι ἐπληθύναμεν τοῦ ἀδικῆσαι ἐν τῷ ῥήματι τούτῳ -
Prz 34,15
LXX · A.DSF
σταγόνες ἐκβάλλουσιν ἄνθρωπον ἐν ἡμέρᾳ χειμερινῇ ἐκ τοῦ οἴκου αὐτοῦ ὡσαύτως καὶ γυνὴ λοίδορος ἐκ τοῦ ἰδίου οἴκου -
Jr 43,22
LXX · A.DSM
καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκάθητο ἐν οἴκῳ χειμερινῷ καὶ ἐσχάρα πυρὸς κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ -
Za 10,1
LXX · A.ASM
αἰτεῖσθε ὑετὸν παρὰ κυρίου καθ᾿ ὥραν πρόιμον καὶ ὄψιμον κύριος ἐποίησεν φαντασίας καὶ ὑετὸν χειμερινὸν δώσει αὐτοῖς ἑκάστῳ βοτάνην ἐν ἀγρῷ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)