G9704 — 4 wystąpień
G9704 · χαρμονή (charmonē) · a cause for joy — 1. a joy , (Euripides); plural joys, delights , (Euripides) ; 2. = χάρμα II, joy, delight , (Sophocles Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 3Jr 1
-
Hi 3,7
LXX · N.NSF
ἀλλὰ ἡ νὺξ ἐκείνη εἴη ὀδύνη καὶ μὴ ἔλθοι ἐπ᾿ αὐτὴν εὐφροσύνη μηδὲ χαρμονή -
Hi 20,5
LXX · N.NSF
εὐφροσύνη γὰρ ἀσεβῶν πτῶμα ἐξαίσιον χαρμονὴ δὲ παρανόμων ἀπώλεια -
Hi 40,20
LXX · N.ASF
ἐπελθὼν δὲ ἐπ᾿ ὄρος ἀκρότομον ἐποίησεν χαρμονὴν τετράποσιν ἐν τῷ ταρτάρῳ -
Jr 38,13
LXX · N.ASF
τότε χαρήσονται παρθένοι ἐν συναγωγῇ νεανίσκων καὶ πρεσβῦται χαρήσονται καὶ στρέψω τὸ πένθος αὐτῶν εἰς χαρμονὴν καὶ ποιήσω αὐτοὺς εὐφραινομένους
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)