G9684 — 4 wystąpień
G9684 · φυσάω (phusaō) · to blow — 1. transitive to puff or blow up, distend , (Aristophanes Comicus); of bag-pipers, (Aristophanes Comicus); φ. τὰς γνάθους to puff them out , (Demosthenes Orator):—;Pass. to be inflated , ἡ γαστὴρ ἐπεφύσητό μοι (Aristophanes Comicus) ; 2. m… [STEPBible CC BY]
Mdr 1Syr 2Iz 1
-
Mdr 11,18
LXX · V.PAPAPM
ἢ νεοκτίστους θυμοῦ πλήρεις θῆρας ἀγνώστους ἤτοι πυρπνόον φυσῶντας ἄσθμα ἢ βρόμον λικμωμένους καπνοῦ ἢ δεινοὺς ἀπ᾿ ὀμμάτων σπινθῆρας ἀστράπτοντας -
Syr 28,12
LXX · V.AAS2S
ἐὰν φυσήσῃς εἰς σπινθῆρα ἐκκαήσεται καὶ ἐὰν πτύσῃς ἐπ᾿ αὐτόν σβεσθήσεται καὶ ἀμφότερα ἐκ τοῦ στόματός σου ἐκπορεύεται -
Syr 43,4
LXX · V.PAPNSM
κάμινον φυσῶν ἐν ἔργοις καύματος τριπλασίως ἥλιος ἐκκαίων ὄρη ἀτμίδας πυρώδεις ἐκφυσῶν καὶ ἐκλάμπων ἀκτῖνας ἀμαυροῖ ὀφθαλμούς -
Iz 54,16
LXX · V.PAPNSM
ἰδοὺ ἐγὼ κτίζω σε οὐχ ὡς χαλκεὺς φυσῶν ἄνθρακας καὶ ἐκφέρων σκεῦος εἰς ἔργον ἐγὼ δὲ ἔκτισά σε οὐκ εἰς ἀπώλειαν φθεῖραι
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)