G9670 — 2 wystąpień
G9670 · φρύγω (phrugō) · to parch — 1. to roast or fry , (Aristophanes Comicus); ἐρετμοῖσι φρύξουσι they shall cook with the [wood of] the oars, (Oracle quoted in Herdotus Historicus):—;Pass., πεφρυγμέναι κριθαί roasted barley, (Thucydides) ; 2. of the sun, to parch , Lat. t… [STEPBible CC BY]
Kpł 2
-
Kpł 2,14
LXX · V.XPPAPN
ἐὰν δὲ προσφέρῃς θυσίαν πρωτογενημάτων τῷ κυρίῳ νέα πεφρυγμένα χίδρα ἐρικτὰ τῷ κυρίῳ καὶ προσοίσεις τὴν θυσίαν τῶν πρωτογενημάτων -
Kpł 23,14
LXX · V.XPPAPN
καὶ ἄρτον καὶ πεφρυγμένα χίδρα νέα οὐ φάγεσθε ἕως εἰς αὐτὴν τὴν ἡμέραν ταύτην ἕως ἂν προσενέγκητε ὑμεῖς τὰ δῶρα τῷ θεῷ ὑμῶν νόμιμον αἰώνιον εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν ἐν πάσῃ κατοικίᾳ ὑμῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)