G9665 — 7 wystąpień
G9665 · φροντίς (phrontis) · bewilderment — 1. thought, care, heed, attention bestowed upon a person or thing, with genitive , φροντίδ᾽ ἔχειν τινός (Euripides); ἐν φροντίδι εἶναι περί τινος (Herdotus Historicus) ; 2. absolute thought, meditation , (Aeschulus Tragicus); ἐν φροντίδι μ… [STEPBible CC BY]
Hi 2Mdr 5
-
Hi 11,18
LXX · N.GSF
πεποιθώς τε ἔσῃ ὅτι ἔστιν σοι ἐλπίς ἐκ δὲ μερίμνης καὶ φροντίδος ἀναφανεῖταί σοι εἰρήνη -
Hi 15,20
LXX · N.DSF
πᾶς ὁ βίος ἀσεβοῦς ἐν φροντίδι ἔτη δὲ ἀριθμητὰ δεδομένα δυνάστῃ -
Mdr 5,15
LXX · N.NSF
δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσιν καὶ ἐν κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ὑψίστῳ -
Mdr 6,17
LXX · N.NSF
ἀρχὴ γὰρ αὐτῆς ἡ ἀληθεστάτη παιδείας ἐπιθυμία φροντὶς δὲ παιδείας ἀγάπη -
Mdr 7,4
LXX · N.DPF
ἐν σπαργάνοις ἀνετράφην καὶ φροντίσιν -
Mdr 8,9
LXX · N.GPF
ἔκρινα τοίνυν ταύτην ἀγαγέσθαι πρὸς συμβίωσιν εἰδὼς ὅτι ἔσται μοι σύμβουλος ἀγαθῶν καὶ παραίνεσις φροντίδων καὶ λύπης -
Mdr 15,9
LXX · N.NSF
ἀλλ᾿ ἔστιν αὐτῷ φροντὶς οὐχ ὅτι μέλλει κάμνειν οὐδ᾿ ὅτι βραχυτελῆ βίον ἔχει ἀλλ᾿ ἀντερείδεται μὲν χρυσουργοῖς καὶ ἀργυροχόοις χαλκοπλάστας τε μιμεῖται καὶ δόξαν ἡγεῖται ὅτι κίβδηλα πλάσσει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)