G9643 — 3 wystąpień
G9643 · φιμός (phimos) · a rein — 1. a muzzle , Lat. capistrum , (Lucian) ; 2. the nose-band of a horse's bridle, fitted with pipes through which the horses' breath made a whistling sound, (Aeschulus Tragicus) ; 3. a kind of cup , used as a dice-box , Lat. fritillus , (Aes… [STEPBible CC BY]
Hi 1Syr 1Iz 1
-
Hi 30,28
LXX · N.GSM
στένων πεπόρευμαι ἄνευ φιμοῦ ἕστηκα δὲ ἐν ἐκκλησίᾳ κεκραγώς -
Syr 20,29
LXX · N.NSM
ξένια καὶ δῶρα ἀποτυφλοῖ ὀφθαλμοὺς σοφῶν καὶ ὡς φιμὸς ἐν στόματι ἀποτρέπει ἐλεγμούς -
Iz 37,29
LXX · N.ASM
ὁ δὲ θυμός σου ὃν ἐθυμώθης καὶ ἡ πικρία σου ἀνέβη πρός με καὶ ἐμβαλῶ φιμὸν εἰς τὴν ῥῖνά σου καὶ χαλινὸν εἰς τὰ χείλη σου καὶ ἀποστρέψω σε τῇ ὁδῷ ᾗ ἦλθες ἐν αὐτῇ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)