G9618 — 3 wystąpień
G9618 · φαρμακεύω (pharmakeuō) · to administer potions — 1. to administer a drug , (Plato Philosophus) ; 2. to use enchantments , φαρμακεύειν τι ἐς τὸν ποταμόν to use it as a charm to calm the river, (Herdotus Historicus) ; 3. with accusative pers. to drug, give him a poisonous or stupefying dru… [STEPBible CC BY]
2 Krn 12 Mch 1Ps 1
-
2 Krn 33,6
LXX · V.IMI3S
καὶ αὐτὸς διήγαγεν τὰ τέκνα αὐτοῦ ἐν πυρὶ ἐν Γαι—βαναι—εννομ καὶ ἐκληδονίζετο καὶ οἰωνίζετο καὶ ἐφαρμακεύετο καὶ ἐποίησεν ἐγγαστριμύθους καὶ ἐπαοιδούς ἐπλήθυνεν τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐναντίον κυρίου τοῦ παροργίσαι αὐτόν -
2 Mch 10,13
LXX · V.AAPNSM
ὅθεν κατηγορούμενος ὑπὸ τῶν φίλων πρὸς τὸν Εὐπάτορα καὶ προδότης παρ᾿ ἕκαστα ἀκούων διὰ τὸ τὴν Κύπρον ἐμπιστευθέντα ὑπὸ τοῦ Φιλομήτορος ἐκλιπεῖν καὶ πρὸς Ἀντίοχον τὸν Ἐπιφανῆ ἀναχωρῆσαι μήτε εὐγενῆ τὴν ἐξουσίαν εὐγενίσας φαρμακεύσας ἑαυτὸν ἐξέλιπεν τὸν βίον -
Ps 58,6
LXX · V.PPPGSM
ἥτις οὐκ εἰσακούσεται φωνὴν ἐπᾳδόντων φαρμάκου τε φαρμακευομένου παρὰ σοφοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)