G9606 — 4 wystąpień
G9606 · ὑφαιρέω (huphaireō) · to take up — 1. to seize underneath or inwardly , (Homer) ; 2. to draw or take away from under a thing, with genitive , (Iliad by Homer):—;also τὴν χεῖρα ὑφῄρει tried to draw it away , (Aristophanes Comicus) ; 3. to take away underhand, filch away , (T… [STEPBible CC BY]
Hi 2Koh 1Ba 1
-
Hi 21,18
LXX · V.AMI3S
ἔσονται δὲ ὥσπερ ἄχυρα πρὸ ἀνέμου ἢ ὥσπερ κονιορτός ὃν ὑφείλατο λαῖλαψ -
Hi 27,20
LXX · V.AMI3S
συνήντησαν αὐτῷ ὥσπερ ὕδωρ αἱ ὀδύναι νυκτὶ δὲ ὑφείλατο αὐτὸν γνόφος -
Koh 2,10
LXX · V.AAI3P
καὶ πᾶν ὃ ᾔτησαν οἱ ὀφθαλμοί μου οὐχ ὑφεῖλον ἀπ᾿ αὐτῶν οὐκ ἀπεκώλυσα τὴν καρδίαν μου ἀπὸ πάσης εὐφροσύνης ὅτι καρδία μου εὐφράνθη ἐν παντὶ μόχθῳ μου καὶ τοῦτο ἐγένετο μερίς μου ἀπὸ παντὸς μόχθου μου -
Ba 6,9
LXX · V.PMPNPM
ἔστι δὲ καὶ ὅτε ὑφαιρούμενοι οἱ ἱερεῖς ἀπὸ τῶν θεῶν αὐτῶν χρυσίον καὶ ἀργύριον εἰς ἑαυτοὺς καταναλώσουσιν δώσουσιν δὲ ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ταῖς ἐπὶ τοῦ τέγους πόρναις
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)