G9561 — 2 wystąpień
G9561 · ὑπερφέρω (huperpherō) · to overwhelm — 1. to bear or carry over a place, ὑπ. τὸν ἰσθμὸν τὰς ναῦς (Thucydides):—;Pass., [ αἱ ναῦς] αἱ ὑπερενεχθεῖσαι τὸν ἰσθμόν (Thucydides) ; 2. intransitive to rise above, to surpass, excel, have the advantage over , τινός τινι one in a thing, (… [STEPBible CC BY]
Dn 2
-
Dn 7,7
LXX · V.PAPNSM
μετὰ δὲ ταῦτα ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς θηρίον τέταρτον φοβερόν καὶ ὁ φόβος αὐτοῦ ὑπερφέρων ἰσχύι ἔχον ὀδόντας σιδηροῦς μεγάλους ἐσθίον καὶ κοπανίζον κύκλῳ τοῖς ποσὶ καταπατοῦν διαφόρως χρώμενον παρὰ πάντα τὰ πρὸ αὐτού θηρία εἶχε δὲ κέρατα δέκα -
Dn 7,20
LXX · V.IAI3S
καὶ περὶ τῶν δέκα κεράτων αὐτοῦ τῶν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ ἑνὸς τοῦ ἄλλου τοῦ προσφυέντος καὶ ἐξέπεσαν δι᾿ αὐτοῦ τρία καὶ τὸ κέρας ἐκεῖνο εἶχεν ὀφθαλμοὺς καὶ στόμα λαλοῦν μεγάλα καὶ ἡ πρόσοψις αὐτοῦ ὑπερέφερε τὰ ἄλλα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)