G9551 — 2 wystąpień
G9551 · ὑπέρκειμαι (huperkeimai) · to have precedence — 1. Dep. ; 2. to lie or be situate above , (Isocrates Orator) ; 3. to be postponed , (Lucian) (ML) [STEPBible CC BY]
Prz 1Ez 1
-
Prz 31,29
LXX · V.PMI2S
πολλαὶ θυγατέρες ἐκτήσαντο πλοῦτον πολλαὶ ἐποίησαν δυνατά σὺ δὲ ὑπέρκεισαι καὶ ὑπερῆρας πάσας -
Ez 16,47
LXX · V.PMI2S
καὶ οὐδ᾿ ὧς ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν ἐπορεύθης οὐδὲ κατὰ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐποίησας παρὰ μικρὸν καὶ ὑπέρκεισαι αὐτὰς ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)