G9517 — 3 wystąpień
G9517 · τυραννίς (turannis) · a wife of a sovereign — 1. kingly power, sovereignty , (Pindar), attic; τ. ὑμῶν lordship over you, (Demosthenes Orator) ; 3. plural , αἱ τυραννίδες, = οἱ τύραννοι, (Herdotus Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Est 1Mdr 1Syr 1
-
Est 1,18
LXX · N.NPF
οὕτως σήμερον αἱ τυραννίδες αἱ λοιπαὶ τῶν ἀρχόντων Περσῶν καὶ Μήδων ἀκούσασαι τὰ τῷ βασιλεῖ λεχθέντα ὑπ᾿ αὐτῆς τολμήσουσιν ὁμοίως ἀτιμάσαι τοὺς ἄνδρας αὐτῶν -
Mdr 14,21
LXX · N.DSF
καὶ τοῦτο ἐγένετο τῷ βίῳ εἰς ἔνεδρον ὅτι ἢ συμφορᾷ ἢ τυραννίδι δουλεύσαντες ἄνθρωποι τὸ ἀκοινώνητον ὄνομα λίθοις καὶ ξύλοις περιέθεσαν -
Syr 47,21
LXX · N.ASF
γενέσθαι δίχα τυραννίδα καὶ ἐξ Εφραιμ ἄρξαι βασιλείαν ἀπειθῆ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)