G947 — 3 wystąpień
G947 · βδελυκτός (bdeluktos) · abominable — βδελυκτός , ή, -όν ; (βδελύσσω), [in LXX: Pro.17:15 (תּוֹעֵבָה), Sir.41:5 , 2Ma.1:27 * ;] ; abominable, detestable : Tit.1:16 (Cremer, 137).†; (AS) [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Prz 1Tt 1
-
2 Mch 1,27
LXX · A.APM
ἐπισυνάγαγε τὴν διασπορὰν ἡμῶν ἐλευθέρωσον τοὺς δουλεύοντας ἐν τοῖς ἔθνεσιν τοὺς ἐξουθενημένους καὶ βδελυκτοὺς ἔπιδε καὶ γνώτωσαν τὰ ἔθνη ὅτι σὺ εἶ ὁ θεὸς ἡμῶν -
Prz 17,15
LXX · A.NSM
ὃς δίκαιον κρίνει τὸν ἄδικον ἄδικον δὲ τὸν δίκαιον ἀκάθαρτος καὶ βδελυκτὸς παρὰ θεῷ -
Tt 1,16
SBLGNT · ----NPM-
θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι.
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0) · SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)