G9373 — 2 wystąpień
G9373 · σφίγγω (sphingō) · to grasp — to bind tight, bind fast , (Aeschulus Tragicus):—;Pass., (Theocritus Poeta Bucolicus) (ML) [STEPBible CC BY]
2 Krl 1Prz 1
-
2 Krl 12,11
LXX · V.AAI3P
καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον ὅτι πολὺ τὸ ἀργύριον ἐν τῇ κιβωτῷ καὶ ἀνέβη ὁ γραμματεὺς τοῦ βασιλέως καὶ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας καὶ ἔσφιγξαν καὶ ἠρίθμησαν τὸ ἀργύριον τὸ εὑρεθὲν ἐν οἴκῳ κυρίου -
Prz 5,22
LXX · V.PMI3S
παρανομίαι ἄνδρα ἀγρεύουσιν σειραῖς δὲ τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν ἕκαστος σφίγγεται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)