G9353 — 2 wystąpień
G9353 · συσκιάζω (suskiazō) · to overshadow — 1. to shade quite over, throw a shade over, shade closely or thickly , (Hesiod); γένυν ς., i. e.to get a beard, (Euripides): metaphorically , συσκηνῶσαι τὰς ἁμαρτίας (Demosthenes Orator) ; 2. intransitive to be thick-shaded , (Euripides) (… [STEPBible CC BY]
Wj 1Oz 1
-
Wj 25,20
LXX · V.PAPNPM
ἔσονται οἱ χερουβιμ ἐκτείνοντες τὰς πτέρυγας ἐπάνωθεν συσκιάζοντες ταῖς πτέρυξιν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἱλαστηρίου καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν εἰς ἄλληλα εἰς τὸ ἱλαστήριον ἔσονται τὰ πρόσωπα τῶν χερουβιμ -
Oz 4,13
LXX · V.PAPGSM
ἐπὶ τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων ἐθυσίαζον καὶ ἐπὶ τοὺς βουνοὺς ἔθυον ὑποκάτω δρυὸς καὶ λεύκης καὶ δένδρου συσκιάζοντος ὅτι καλὸν σκέπη διὰ τοῦτο ἐκπορνεύσουσιν αἱ θυγατέρες ὑμῶν καὶ αἱ νύμφαι ὑμῶν μοιχεύσουσιν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)