G9332 — 3 wystąpień
G9332 · συνοικίζω (sunoikizō) · to live together — 1. to make to live with , (Isocrates Orator); ς. τινὶ τὴν θυγατέρα to give him one's daughter in marriage , (Herdotus Historicus) ; 2. to combine in one city, unite under a capital or metropolis , ξ. πάντας (i.e. ἐς τὰς Ἀθήνας)) (Thucydide… [STEPBible CC BY]
Pwt 2Syr 1
-
Pwt 21,13
LXX · V.FPI2S
καὶ περιελεῖς τὰ ἱμάτια τῆς αἰχμαλωσίας αὐτῆς ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ καθίεται ἐν τῇ οἰκίᾳ σου καὶ κλαύσεται τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα μηνὸς ἡμέρας καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσῃ πρὸς αὐτὴν καὶ συνοικισθήσῃ αὐτῇ καὶ ἔσται σου γυνή -
Pwt 22,22
LXX · V.XMPGSF
ἐὰν δὲ εὑρεθῇ ἄνθρωπος κοιμώμενος μετὰ γυναικὸς συνῳκισμένης ἀνδρί ἀποκτενεῖτε ἀμφοτέρους τὸν ἄνδρα τὸν κοιμώμενον μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τὴν γυναῖκα καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ Ισραηλ -
Syr 16,4
LXX · V.FPI3S
ἀπὸ γὰρ ἑνὸς συνετοῦ συνοικισθήσεται πόλις φυλὴ δὲ ἀνόμων ἐρημωθήσεται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)