G9310 — 2 wystąpień
G9310 · συνεξέρχομαι (sunexerchomai) · to go out together — Dep.:—; to go or come out with , τινι (Herdotus Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Jdt 1Prz 1
-
Jdt 2,20
LXX · V.AAI3P
καὶ πολὺς ὁ ἐπίμικτος ὡς ἀκρὶς συνεξῆλθον αὐτοῖς καὶ ὡς ἡ ἄμμος τῆς γῆς οὐ γὰρ ἦν ἀριθμὸς ἀπὸ πλήθους αὐτῶν -
Prz 22,10
LXX · V.FMI3S
ἔκβαλε ἐκ συνεδρίου λοιμόν καὶ συνεξελεύσεται αὐτῷ νεῖκος ὅταν γὰρ καθίσῃ ἐν συνεδρίῳ πάντας ἀτιμάζει
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)