G9273 — 4 wystąpień
G9273 · συμπεριφέρω (sumperipherō) · to accommodate — 1. to carry round along with or together , (Plato Philosophus) ; 2. Pass. to be carried round together , (Plato Philosophus) ; 3. συμπεριφέρεσθαί τινι to have intercourse with one, (Polybius Historicus): to adapt oneself to circumstances, … [STEPBible CC BY]
2 Mch 1Prz 2Syr 1
-
2 Mch 9,27
LXX · V.FPN
πέπεισμαι γὰρ αὐτὸν ἐπιεικῶς καὶ φιλανθρώπως παρακολουθοῦντα τῇ ἐμῇ προαιρέσει συμπεριενεχθήσεσθαι ὑμῖν -
Prz 5,19
LXX · V.PMPNSM
ἔλαφος φιλίας καὶ πῶλος σῶν χαρίτων ὁμιλείτω σοι ἡ δὲ ἰδία ἡγείσθω σου καὶ συνέστω σοι ἐν παντὶ καιρῷ ἐν γὰρ τῇ ταύτης φιλίᾳ συμπεριφερόμενος πολλοστὸς ἔσῃ -
Prz 11,29
LXX · V.PMPNSM
ὁ μὴ συμπεριφερόμενος τῷ ἑαυτοῦ οἴκῳ κληρονομήσει ἄνεμον δουλεύσει δὲ ἄφρων φρονίμῳ -
Syr 25,1
LXX · V.PMPNPM
ἐν τρισὶν ὡραΐσθην καὶ ἀνέστην ὡραία ἔναντι κυρίου καὶ ἀνθρώπων ὁμόνοια ἀδελφῶν καὶ φιλία τῶν πλησίον καὶ γυνὴ καὶ ἀνὴρ ἑαυτοῖς συμπεριφερόμενοι
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)