G9259 — 3 wystąpień
G9259 · σύμβολον (sumbolon) · a symbol — 1. a sign or token by which one infers a thing, [ variant dates Tragica Adespota ; λαμπάδος τὸ σύμβολον the token of the beacon-fire, (Aeschulus Tragicus):—;often in plural , of marks on the body, (Euripides); of omens , (Aeschulus Tragicu… [STEPBible CC BY]
Mdr 2Oz 1
-
Mdr 2,9
LXX · N.APN
μηδεὶς ἡμῶν ἄμοιρος ἔστω τῆς ἡμετέρας ἀγερωχίας πανταχῇ καταλίπωμεν σύμβολα τῆς εὐφροσύνης ὅτι αὕτη ἡ μερὶς ἡμῶν καὶ ὁ κλῆρος οὗτος -
Mdr 16,6
LXX · N.ASN
εἰς νουθεσίαν δὲ πρὸς ὀλίγον ἐταράχθησαν σύμβολον ἔχοντες σωτηρίας εἰς ἀνάμνησιν ἐντολῆς νόμου σου -
Oz 4,12
LXX · N.DPN
ἐν συμβόλοις ἐπηρώτων καὶ ἐν ῥάβδοις αὐτοῦ ἀπήγγελλον αὐτῷ πνεύματι πορνείας ἐπλανήθησαν καὶ ἐξεπόρνευσαν ἀπὸ τοῦ θεοῦ αὐτῶν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)