G9228 — 2 wystąpień
G9228 · σύγκειμαι (sugkeimai) · be situated together — 1. Pass. to lie together , (Sophocles Tragicus) ; 2. as Pass. of συντίθημι, to be composed or compounded , ἔκ τινων of certain parts, (Plato Philosophus), etc. ; 3. of written works, to be composed , (Thucydides), etc. ; 4. to be contrived… [STEPBible CC BY]
1 Sm 1Syr 1
-
1 Sm 22,8
LXX · V.PMI2P
ὅτι σύγκεισθε πάντες ὑμεῖς ἐπ᾿ ἐμέ καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἀποκαλύπτων τὸ ὠτίον μου ἐν τῷ διαθέσθαι τὸν υἱόν μου διαθήκην μετὰ τοῦ υἱοῦ Ιεσσαι καὶ οὐκ ἔστιν πονῶν περὶ ἐμοῦ ἐξ ὑμῶν καὶ ἀποκαλύπτων τὸ ὠτίον μου ὅτι ἐπήγειρεν ὁ υἱός μου τὸν δοῦλόν μου ἐπ᾿ ἐμὲ εἰς ἐχθρὸν ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη -
Syr 43,26
LXX · V.PMI3S
δι᾿ αὐτὸν εὐοδοῖ ἄγγελος αὐτοῦ καὶ ἐν λόγῳ αὐτοῦ σύγκειται τὰ πάντα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)