G9214 — 3 wystąpień
G9214 · στυγνός (stugnos) · gloomy — 1. hated, abhorred, hateful , (Aeschulus Tragicus):—;with dative hateful or hostile to one, (Aeschulus Tragicus) ; 2. gloomy, sullen , Lat. tristis , (Aeschulus Tragicus); ὁρᾶν στυγνός gloomy to behold, (Xenophon Historicus);—; στυγνὸς εἴκ… [STEPBible CC BY]
Mdr 1Iz 1Dn 1
-
Mdr 17,5
LXX · A.ASF
καὶ πυρὸς μὲν οὐδεμία βία κατίσχυεν φωτίζειν οὔτε ἄστρων ἔκλαμπροι φλόγες καταυγάζειν ὑπέμενον τὴν στυγνὴν ἐκείνην νύκτα -
Iz 57,17
LXX · A.NSM
δι᾿ ἁμαρτίαν βραχύ τι ἐλύπησα αὐτὸν καὶ ἐπάταξα αὐτὸν καὶ ἀπέστρεψα τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐλυπήθη καὶ ἐπορεύθη στυγνὸς ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ -
Dn 2,12
LXX · A.NSM
τότε ὁ βασιλεὺς στυγνὸς γενόμενος καὶ περίλυπος προσέταξεν ἐξαγαγεῖν πάντας τοὺς σοφοὺς τῆς Βαβυλωνίας
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)