G9191 — 4 wystąpień
G9191 · στοχάζομαι (stochazomai) · to take thought — 1. to aim or shoot at , with genitive , τοῦ σκοποῦ (Plato Philosophus), etc. ; 2. metaphorically to aim at, endeavour after , (Plato Philosophus); στ. φίλων κριτῶν to aim at having friends as judges, (Xenophon Historicus) ; 3. to endeavour… [STEPBible CC BY]
Pwt 12 Mch 1Mdr 1Syr 1
-
Pwt 19,3
LXX · V.AMD2S
στόχασαί σοι τὴν ὁδὸν καὶ τριμεριεῖς τὰ ὅρια τῆς γῆς σου ἣν καταμερίζει σοι κύριος ὁ θεός σου καὶ ἔσται καταφυγὴ ἐκεῖ παντὶ φονευτῇ -
2 Mch 14,8
LXX · V.PMPNSM
πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῶν ἀνηκόντων τῷ βασιλεῖ γνησίως φρονῶν δεύτερον δὲ καὶ τῶν ἰδίων πολιτῶν στοχαζόμενος τῇ μὲν γὰρ τῶν προειρημένων ἀλογιστίᾳ τὸ σύμπαν ἡμῶν γένος οὐ μικρῶς ἀκληρεῖ -
Mdr 13,9
LXX · V.AMN
εἰ γὰρ τοσοῦτον ἴσχυσαν εἰδέναι ἵνα δύνωνται στοχάσασθαι τὸν αἰῶνα τὸν τούτων δεσπότην πῶς τάχιον οὐχ εὗρον -
Syr 9,14
LXX · V.AMD2S
κατὰ τὴν ἰσχύν σου στόχασαι τοὺς πλησίον καὶ μετὰ σοφῶν συμβουλεύου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)