G9180 — 1 wystąpień
G9180 · στιβίζομαι (stibizomai) · to tinge with antimony — Mid. or Pass. to paint one's eyelids and eyebrows with black paint στίβι); (Strabo Geographus) (ML) [STEPBible CC BY]
Ez 1
-
Ez 23,40
LXX · V.IMI2S
καὶ ὅτι τοῖς ἀνδράσιν τοῖς ἐρχομένοις μακρόθεν οἷς ἀγγέλους ἐξαπεστέλλοσαν πρὸς αὐτούς καὶ ἅμα τῷ ἔρχεσθαι αὐτοὺς εὐθὺς ἐλούου καὶ ἐστιβίζου τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ ἐκόσμου κόσμῳ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)