G9156 — 1 wystąpień
G9156 · στεατόομαι (steatoomai) · to grow fat — to grow fat [STEPBible CC BY]
Ez 1
-
Ez 39,18
LXX · V.XPPNPM
κρέα γιγάντων φάγεσθε καὶ αἷμα ἀρχόντων τῆς γῆς πίεσθε κριοὺς καὶ μόσχους καὶ τράγους καὶ οἱ μόσχοι ἐστεατωμένοι πάντες
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)