G909 — 4 wystąpień
G909 · βαπτισμός (baptismos) · baptism — βαπτισμός , -οῦ, ὁ (βαπτίζω), prop., the act of which βάπτισμα is the result; ; __1. a dipping, washing, lustration : Mrk.7:4; of Jewish ceremonial. Heb.9:10; in Heb.6:2 , βαπτισμῶν διδαχήν (-ῆς), "the pl. and the peculiar form seem to be … [STEPBible CC BY]
Mk 1Kol 1Hbr 2
-
Mk 7,4
SBLGNT · ----APM-
καὶ ἀπ’ ἀγορᾶς ἐὰν μὴ βαπτίσωνται οὐκ ἐσθίουσιν, καὶ ἄλλα πολλά ἐστιν ἃ παρέλαβον κρατεῖν, βαπτισμοὺς ποτηρίων καὶ ξεστῶν καὶ χαλκίων καὶ κλινῶν— -
Kol 2,12
SBLGNT · ----DSM-
συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτισμῷ, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ νεκρῶν· -
Hbr 6,2
SBLGNT · ----GPM-
βαπτισμῶν διδαχὴν ἐπιθέσεώς τε χειρῶν, ἀναστάσεώς τε νεκρῶν καὶ κρίματος αἰωνίου. -
Hbr 9,10
SBLGNT · ----DPM-
μόνον ἐπὶ βρώμασιν καὶ πόμασιν καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς, δικαιώματα σαρκὸς μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα.
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)