G9026 — 2 wystąpień
G9026 · ῥίζωμα (rhizōma) · a root — a root : metaphorically a stem, race (Aeschulus Tragicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 1Ps 1
-
Hi 36,30
LXX · N.APN
ἰδοὺ ἐκτείνει ἐπ᾿ αὐτὸν ηδω καὶ ῥιζώματα τῆς θαλάσσης ἐκάλυψεν -
Ps 52,7
LXX · N.ASN
διὰ τοῦτο ὁ θεὸς καθελεῖ σε εἰς τέλος ἐκτίλαι σε καὶ μεταναστεύσαι σε ἀπὸ σκηνώματος καὶ τὸ ῥίζωμά σου ἐκ γῆς ζώντων διάψαλμα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)