G8987 — 3 wystąpień
G8987 · πυκάζω (pukazō) · to enclose — 1. to make close, cover or wrap up, enwrap , (Iliad by Homer); π. νῆα λίθοισι to surround a ship with stones, so as to protect it when laid up, (Hesiod):—; to cover thickly , of a youth's chin, (Odyssey by Homer); πυκ. στεφάνοις to cover t… [STEPBible CC BY]
Hi 1Ps 1Oz 1
-
Hi 15,32
LXX · V.AAS3S
ἡ τομὴ αὐτοῦ πρὸ ὥρας φθαρήσεται καὶ ὁ ῥάδαμνος αὐτοῦ οὐ μὴ πυκάσῃ -
Ps 118,27
LXX · V.PAI3P
θεὸς κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν συστήσασθε ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσιν ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου -
Oz 14,9
LXX · V.PAPNSF
τῷ Εφραιμ τί αὐτῷ ἔτι καὶ εἰδώλοις ἐγὼ ἐταπείνωσα αὐτόν καὶ ἐγὼ κατισχύσω αὐτόν ἐγὼ ὡς ἄρκευθος πυκάζουσα ἐξ ἐμοῦ ὁ καρπός σου εὕρηται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)