G8986 — 6 wystąpień
G8986 · πυθμήν (puthmēn) · a lower branch — 1. the hollow bottom or stand of a cup , Lat. fundus , (Iliad by Homer), etc. ; 2. of the sea, the bottom, depth , (Hesiod), etc. ; 3. the bottom or foundation of a thing, in plural , χθόνα ἐκ πυθμένων κραδαίνειν (Aeschulus Tragicus); ἐκ π… [STEPBible CC BY]
Rdz 4Prz 2
-
Rdz 40,10
LXX · N.NPM
ἐν δὲ τῇ ἀμπέλῳ τρεῖς πυθμένες καὶ αὐτὴ θάλλουσα ἀνενηνοχυῖα βλαστούς πέπειροι οἱ βότρυες σταφυλῆς -
Rdz 40,12
LXX · N.NPM
καὶ εἶπεν αὐτῷ Ιωσηφ τοῦτο ἡ σύγκρισις αὐτοῦ οἱ τρεῖς πυθμένες τρεῖς ἡμέραι εἰσίν -
Rdz 41,5
LXX · N.DSM
καὶ ἐνυπνιάσθη τὸ δεύτερον καὶ ἰδοὺ ἑπτὰ στάχυες ἀνέβαινον ἐν πυθμένι ἑνὶ ἐκλεκτοὶ καὶ καλοί -
Rdz 41,22
LXX · N.DSM
καὶ εἶδον πάλιν ἐν τῷ ὕπνῳ μου καὶ ὥσπερ ἑπτὰ στάχυες ἀνέβαινον ἐν πυθμένι ἑνὶ πλήρεις καὶ καλοί -
Prz 14,12
LXX · N.ASM
ἔστιν ὁδὸς ἣ δοκεῖ ὀρθὴ εἶναι παρὰ ἀνθρώποις τὰ δὲ τελευταῖα αὐτῆς ἔρχεται εἰς πυθμένα ᾅδου -
Prz 16,25
LXX · N.ASM
εἰσὶν ὁδοὶ δοκοῦσαι εἶναι ὀρθαὶ ἀνδρί τὰ μέντοι τελευταῖα αὐτῶν βλέπει εἰς πυθμένα ᾅδου
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)