G8979 — 4 wystąpień
G8979 · πτήσσω (ptēssō) · to alarm — 1. to frighten, scare, alarm , Lat. terrere , (Iliad by Homer) ; 2. intransitive to crouch or cower down for fear (compare πτώσσω), properly of animals, (Sophocles Tragicus); of men, (Pindar), attic; πτ. βωμὸν ὕπο (Euripides); also with ac… [STEPBible CC BY]
Pwt 12 Krl 11 Mch 1Hi 1
-
Pwt 1,29
LXX · V.APD2P
καὶ εἶπα πρὸς ὑμᾶς μὴ πτήξητε μηδὲ φοβηθῆτε ἀπ᾿ αὐτῶν -
2 Krl 19,26
LXX · V.AAI3P
καὶ οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐταῖς ἠσθένησαν τῇ χειρί ἔπτηξαν καὶ κατῃσχύνθησαν ἐγένοντο χόρτος ἀγροῦ ἢ χλωρὰ βοτάνη χλόη δωμάτων καὶ πάτημα ἀπέναντι ἑστηκότος -
1 Mch 12,28
LXX · V.AAI3P
καὶ ἤκουσαν οἱ ὑπεναντίοι ὅτι ἡτοίμασται Ιωναθαν καὶ οἱ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς πόλεμον καὶ ἐφοβήθησαν καὶ ἔπτηξαν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν καὶ ἀνέκαυσαν πυρὰς ἐν τῇ παρεμβολῇ αὐτῶν -
Hi 38,17
LXX · V.AAI3P
ἀνοίγονται δέ σοι φόβῳ πύλαι θανάτου πυλωροὶ δὲ ᾅδου ἰδόντες σε ἔπτηξαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)