G8977 — 2 wystąpień
G8977 · πτερύσσομαι (pterussomai) · to flap wings — attic -ττομαι, future ξομαι, Dep. to clap the wings like a cock crowing, (Babrius Fabularum Scriptor) (ML) [STEPBible CC BY]
Ez 2
-
Ez 1,23
LXX · V.PMPNPF
καὶ ὑποκάτω τοῦ στερεώματος αἱ πτέρυγες αὐτῶν ἐκτεταμέναι πτερυσσόμεναι ἑτέρα τῇ ἑτέρᾳ ἑκάστῳ δύο συνεζευγμέναι ἐπικαλύπτουσαι τὰ σώματα αὐτῶν -
Ez 3,13
LXX · V.PMPGPF
καὶ εἶδον φωνὴν πτερύγων τῶν ζῴων πτερυσσομένων ἑτέρα πρὸς τὴν ἑτέραν καὶ φωνὴ τῶν τροχῶν ἐχομένη αὐτῶν καὶ φωνὴ τοῦ σεισμοῦ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)