G8953 — 3 wystąpień
G8953 · προφασίζομαι (prophasizomai) · to make an excuse — 1. Dep.: ; 2. to set up as a pretext or excuse, allege by way of excuse, plead in excuse , with accusative , (Theognis Elegiacus), etc.; with infinitive to allege as an excuse that . . , (Demosthenes Orator):—; absolute to make excuses , (… [STEPBible CC BY]
2 Krl 1Ps 1Prz 1
-
2 Krl 5,7
LXX · V.PMI3S
καὶ ἐγένετο ὡς ἀνέγνω βασιλεὺς Ισραηλ τὸ βιβλίον διέρρηξεν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ εἶπεν μὴ θεὸς ἐγὼ τοῦ θανατῶσαι καὶ ζωοποιῆσαι ὅτι οὗτος ἀποστέλλει πρός με ἀποσυνάξαι ἄνδρα ἀπὸ τῆς λέπρας αὐτοῦ ὅτι πλὴν γνῶτε δὴ καὶ ἴδετε ὅτι προφασίζεται οὗτός με -
Ps 141,4
LXX · V.PMN
μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας τοῦ προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις σὺν ἀνθρώποις ἐργαζομένοις ἀνομίαν καὶ οὐ μὴ συνδυάσω μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτῶν -
Prz 22,13
LXX · V.PMI3S
προφασίζεται καὶ λέγει ὀκνηρός λέων ἐν ταῖς ὁδοῖς ἐν δὲ ταῖς πλατείαις φονευταί
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)