G8917 — 3 wystąpień
G8917 · προσεῖπον (proseipon) · to say to — 1. to speak to one, to address, accost , (Homer), etc.; πρ. ὀνόματί τινα (Demosthenes Orator):—;with double accusative , τί προσείπω ς᾽ ἔπο; (Aristophanes Comicus) ; 2. to address as so and so, πρ. τινὰ ὡς ἀλλότριον (Plato Philosophus); πρ… [STEPBible CC BY]
Sdz 12 Mch 1Prz 1
-
Sdz 17,2
LXX · V.AAI2S
καὶ εἶπεν τῇ μητρὶ αὐτοῦ οἱ χίλιοι καὶ ἑκατόν οὓς ἔλαβες ἀργυρίου σεαυτῇ καί με ἠράσω καὶ προσεῖπας ἐν ὠσί μου ἰδοὺ τὸ ἀργύριον παρ᾿ ἐμοί ἐγὼ ἔλαβον αὐτό καὶ εἶπεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εὐλογητὸς ὁ υἱός μου τῷ κυρίῳ -
2 Mch 7,8
LXX · V.AAI3S
ὁ δὲ ἀποκριθεὶς τῇ πατρίῳ φωνῇ προσεῖπεν οὐχί διόπερ καὶ οὗτος τὴν ἑξῆς ἔλαβεν βάσανον ὡς ὁ πρῶτος -
Prz 7,13
LXX · V.AAI3S
εἶτα ἐπιλαβομένη ἐφίλησεν αὐτόν ἀναιδεῖ δὲ προσώπῳ προσεῖπεν αὐτῷ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)