G8883 — 6 wystąpień
G8883 · πρίαμαι (priamai) · to buy — 1. to have a thing sold to one, to buy, purchase , (Homer), attic; with dative pretii, πρ. κτεάτεσσιν ἑοῖσιν to buy with one's money, (Odyssey by Homer); with genitive , πρ. θανάτοιο to purchase by his death, (Pindar); πρ. τι ταλάντου (Xen… [STEPBible CC BY]
Rdz 5Prz 1
-
Rdz 42,2
LXX · V.AMD2P
ἰδοὺ ἀκήκοα ὅτι ἔστιν σῖτος ἐν Αἰγύπτῳ κατάβητε ἐκεῖ καὶ πρίασθε ἡμῖν μικρὰ βρώματα ἵνα ζῶμεν καὶ μὴ ἀποθάνωμεν -
Rdz 42,3
LXX · V.AMN
κατέβησαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ Ιωσηφ οἱ δέκα πρίασθαι σῖτον ἐξ Αἰγύπτου -
Rdz 42,10
LXX · V.AMN
οἱ δὲ εἶπαν οὐχί κύριε οἱ παῖδές σου ἤλθομεν πρίασθαι βρώματα -
Rdz 43,2
LXX · V.AMD2P
ἐγένετο δὲ ἡνίκα συνετέλεσαν καταφαγεῖν τὸν σῖτον ὃν ἤνεγκαν ἐξ Αἰγύπτου καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτῶν πάλιν πορευθέντες πρίασθε ἡμῖν μικρὰ βρώματα -
Rdz 43,20
LXX · V.AMN
λέγοντες δεόμεθα κύριε κατέβημεν τὴν ἀρχὴν πρίασθαι βρώματα -
Prz 31,16
LXX · V.AMI3S
θεωρήσασα γεώργιον ἐπρίατο ἀπὸ δὲ καρπῶν χειρῶν αὐτῆς κατεφύτευσεν κτῆμα
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)