G8860 — 5 wystąpień
G8860 · πολυχρόνιος (poluchronios) · long-lived — 1. long-existing, of olden time, ancient , (Homeric Hymns) ; 2. lasting for long , (Aristotle Philosopher):—; comparative -ώτερος, (Plato Philosophus); Sup. -ώτατος, (Xenophon Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Rdz 1Hi 1Mdr 2Ba 1
-
Rdz 26,8
LXX · A.NSM
ἐγένετο δὲ πολυχρόνιος ἐκεῖ παρακύψας δὲ Αβιμελεχ ὁ βασιλεὺς Γεραρων διὰ τῆς θυρίδος εἶδεν τὸν Ισαακ παίζοντα μετὰ Ρεβεκκας τῆς γυναικὸς αὐτοῦ -
Hi 32,9
LXX · A.NPM
οὐχ οἱ πολυχρόνιοί εἰσιν σοφοί οὐδ᾿ οἱ γέροντες οἴδασιν κρίμα -
Mdr 2,10
LXX · A.APF
καταδυναστεύσωμεν πένητα δίκαιον μὴ φεισώμεθα χήρας μηδὲ πρεσβύτου ἐντραπῶμεν πολιὰς πολυχρονίους -
Mdr 4,8
LXX · A.NSN
γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται -
Ba 6,46
LXX · A.NPM
αὐτοί τε οἱ κατασκευάζοντες αὐτὰ οὐ μὴ γένωνται πολυχρόνιοι πῶς τε δὴ μέλλει τὰ ὑπ᾿ αὐτῶν κατασκευασθέντα εἶναι θεοί
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)