G8859 — 1 wystąpień
G8859 · πολυχρονίζω (poluchronizō) · to delay long — to delay long [STEPBible CC BY]
Pwt 1
-
Pwt 4,26
LXX · V.FAI2P
διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε ἀπὸ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ιορδάνην ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν οὐχὶ πολυχρονιεῖτε ἡμέρας ἐπ᾿ αὐτῆς ἀλλ᾿ ἢ ἐκτριβῇ ἐκτριβήσεσθε
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)