G8847 — 2 wystąpień
G8847 · πολλοστός (pollostos) · a great deal — 1. one of many , Lat. unus e multis , i.e. the smallest, least , (Thucydides), etc.:—; adverb , δευτέρως καὶ πολλοστῶς in a very small degree , (Aristotle Philosopher) ; 2. of Time, πολλοστῷ χρόνῳ after a very long time , (Aristophanes Com… [STEPBible CC BY]
2 Sm 1Prz 1
-
2 Sm 23,20
LXX · A.NSM
καὶ Βαναιας υἱὸς Ιωδαε ἀνὴρ αὐτὸς πολλοστὸς ἔργοις ἀπὸ Καβεσεηλ καὶ αὐτὸς ἐπάταξεν τοὺς δύο υἱοὺς Αριηλ τοῦ Μωαβ καὶ αὐτὸς κατέβη καὶ ἐπάταξε τὸν λέοντα ἐν μέσῳ τοῦ λάκκου ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς χιόνος -
Prz 5,19
LXX · A.NSM
ἔλαφος φιλίας καὶ πῶλος σῶν χαρίτων ὁμιλείτω σοι ἡ δὲ ἰδία ἡγείσθω σου καὶ συνέστω σοι ἐν παντὶ καιρῷ ἐν γὰρ τῇ ταύτης φιλίᾳ συμπεριφερόμενος πολλοστὸς ἔσῃ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)