G88 — 2 wystąpień
G88 · ἀδιάλειπτος (adialeiptos) · continuous — ἀδιάλειπτος , -ον ; (διαλείπω), ; unremitting, incessant : Rom.9:2 , 2Ti.1:3 . (For exx., see MM, VGT , see word) †; (AS) [STEPBible CC BY]
Rz 12 Tm 1
-
Rz 9,2
SBLGNT · ----NSF-
ὅτι λύπη μοί ἐστιν μεγάλη καὶ ἀδιάλειπτος ὀδύνη τῇ καρδίᾳ μου· -
2 Tm 1,3
SBLGNT · ----ASF-
Χάριν ἔχω τῷ θεῷ, ᾧ λατρεύω ἀπὸ προγόνων ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ὡς ἀδιάλειπτον ἔχω τὴν περὶ σοῦ μνείαν ἐν ταῖς δεήσεσίν μου, νυκτὸς καὶ ἡμέρας
Teksty: SBLGNT — SBL Greek New Testament © 2010 Society of Biblical Literature i Logos Bible Software (CC BY 4.0); morfologia: MorphGNT (CC BY-SA 3.0)