G8766 — 2 wystąpień
G8766 · περιτειχίζω (periteichizō) · to wall around — 1. to wall all round , πλίνθοις Βαβυλῶνα (Aristophanes Comicus) ; 2. to surround with a wall , so as to beleaguer, (Thucydides) ; 3. to build round , ὁ περιτετειχισμένος κύκλος (Xenophon Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
1 Mch 1Oz 1
-
1 Mch 13,33
LXX · V.AAI3S
καὶ ᾠκοδόμησεν Σιμων τὰ ὀχυρώματα τῆς Ιουδαίας καὶ περιετείχισεν πύργοις ὑψηλοῖς καὶ τείχεσιν μεγάλοις καὶ πύλαις καὶ μοχλοῖς καὶ ἔθετο βρώματα ἐν τοῖς ὀχυρώμασιν -
Oz 10,14
LXX · V.XMPNPN
καὶ ἐξαναστήσεται ἀπώλεια ἐν τῷ λαῷ σου καὶ πάντα τὰ περιτετειχισμένα σου οἰχήσεται ὡς ἄρχων Σαλαμαν ἐκ τοῦ οἴκου Ιεροβααλ ἐν ἡμέραις πολέμου μητέρα ἐπὶ τέκνοις ἠδάφισαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)