G8765 — 2 wystąpień
G8765 · περισχίζω (perischizō) · to split — 1. to slit and tear off , (Plutarch) ; 2. Pass., of a river, περισχίζεσθαι τὸν χῶρον to split round a piece of land, i. e. split into two branches so as to surround it, (Herdotus Historicus);—;so, of a stream of men, to part and go differe… [STEPBible CC BY]
Ez 2
-
Ez 47,15
LXX · V.PAPGSF
καὶ ταῦτα τὰ ὅρια τῆς γῆς πρὸς βορρᾶν ἀπὸ τῆς θαλάσσης τῆς μεγάλης τῆς καταβαινούσης καὶ περισχιζούσης τῆς εἰσόδου Ημαθ Σεδδαδα -
Ez 48,1
LXX · V.PAPGSM
καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν φυλῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς πρὸς βορρᾶν κατὰ τὸ μέρος τῆς καταβάσεως τοῦ περισχίζοντος ἐπὶ τὴν εἴσοδον τῆς Ημαθ αὐλῆς τοῦ Αιναν ὅριον Δαμασκοῦ πρὸς βορρᾶν κατὰ μέρος Ημαθ αὐλῆς καὶ ἔσται αὐτοῖς τὰ πρὸς ἀνατολὰς ἕως πρὸς θάλασσαν Δαν μία
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)