G8762 — 3 wystąpień
G8762 · περιστρέφω (peristrephō) · to move around — 1. to whirl round , of one preparing to throw, (Homer); π. ἵππον to wheel it round , (Plutarch):—; Pass. to be turned round, spin round , (Iliad by Homer); π. εἰς τἀληθῆ to come round to it, (Plato Philosophus) ; 2. π. τὼ χεῖρε to tie his … [STEPBible CC BY]
Rdz 1Lb 2
-
Rdz 37,7
LXX · V.APPNPN
ᾤμην ἡμᾶς δεσμεύειν δράγματα ἐν μέσῳ τῷ πεδίῳ καὶ ἀνέστη τὸ ἐμὸν δράγμα καὶ ὠρθώθη περιστραφέντα δὲ τὰ δράγματα ὑμῶν προσεκύνησαν τὸ ἐμὸν δράγμα -
Lb 36,7
LXX · V.FPI3S
καὶ οὐχὶ περιστραφήσεται κληρονομία τοῖς υἱοῖς Ισραηλ ἀπὸ φυλῆς ἐπὶ φυλήν ὅτι ἕκαστος ἐν τῇ κληρονομίᾳ τῆς φυλῆς τῆς πατριᾶς αὐτοῦ προσκολληθήσονται οἱ υἱοὶ Ισραηλ -
Lb 36,9
LXX · V.FPI3S
καὶ οὐ περιστραφήσεται κλῆρος ἐκ φυλῆς ἐπὶ φυλὴν ἑτέραν ἀλλὰ ἕκαστος ἐν τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ προσκολληθήσονται οἱ υἱοὶ Ισραηλ
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)