G8746 — 4 wystąpień
G8746 · περιπλέκω (periplekō) · to twist — 1. to twine or enfold round :—;Pass. to fold oneself round , with dative , ἱστῷ περιπλεχθείς (Odyssey by Homer); absolute , δίκτυον εὖ μάλα περιπλεκόμενον close folding , (Xenophon Historicus) ; 2. to complicate, entangle , (Lucian) ; 3. t… [STEPBible CC BY]
Ps 2Ez 1Na 1
-
Ps 50,19
LXX · V.AAI3S
τὸ στόμα σου ἐπλεόνασεν κακίαν καὶ ἡ γλῶσσά σου περιέπλεκεν δολιότητα -
Ps 119,61
LXX · V.AAI3P
σχοινία ἁμαρτωλῶν περιεπλάκησάν μοι καὶ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην -
Ez 17,7
LXX · V.XMPNSF
καὶ ἐγένετο ἀετὸς ἕτερος μέγας μεγαλοπτέρυγος πολὺς ὄνυξιν καὶ ἰδοὺ ἡ ἄμπελος αὕτη περιπεπλεγμένη πρὸς αὐτόν καὶ αἱ ῥίζαι αὐτῆς πρὸς αὐτόν καὶ τὰ κλήματα αὐτῆς ἐξαπέστειλεν αὐτῷ τοῦ ποτίσαι αὐτὴν σὺν τῷ βώλῳ τῆς φυτείας αὐτῆς -
Na 1,10
LXX · V.PMPNSF
ὅτι ἕως θεμελίου αὐτῶν χερσωθήσεται καὶ ὡς σμῖλαξ περιπλεκομένη βρωθήσεται καὶ ὡς καλάμη ξηρασίας μεστή
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)