G8685 — 4 wystąpień
G8685 · πέλεκυς (pelekus) · a hewing axe — 1. an axe for felling trees, with two edges, opposite to the ἡμιπέλεκκον, (Homer) ; 2. a sacrificial axe , (Homer)—;That it was not, properly, a battle axe appears from the phrase, οὐ δόρασι μάχεσθαι, ἀλλὰ καὶ πελέκεσι to fight not with sp… [STEPBible CC BY]
1 Krl 1Ps 1Jr 1Ba 1
-
1 Krl 6,7
LXX · N.NSN
καὶ ὁ οἶκος ἐν τῷ οἰκοδομεῖσθαι αὐτὸν λίθοις ἀκροτόμοις ἀργοῖς ᾠκοδομήθη καὶ σφῦρα καὶ πέλεκυς καὶ πᾶν σκεῦος σιδηροῦν οὐκ ἠκούσθη ἐν τῷ οἴκῳ ἐν τῷ οἰκοδομεῖσθαι αὐτόν -
Ps 74,6
LXX · N.DSM
ὡς ἐν δρυμῷ ξύλων ἀξίναις ἐξέκοψαν τὰς θύρας αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ κατέρραξαν αὐτήν -
Jr 22,7
LXX · N.ASM
καὶ ἐπάξω ἐπὶ σὲ ἄνδρα ὀλεθρεύοντα καὶ τὸν πέλεκυν αὐτοῦ καὶ ἐκκόψουσιν τὰς ἐκλεκτὰς κέδρους σου καὶ ἐμβαλοῦσιν εἰς τὸ πῦρ -
Ba 6,13
LXX · N.ASM
ἔχει δὲ ἐγχειρίδιον ἐν δεξιᾷ καὶ πέλεκυν ἑαυτὸν δὲ ἐκ πολέμου καὶ λῃστῶν οὐκ ἐξελεῖται
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)