G8680 — 3 wystąpień
G8680 · πειρατής (peiratēs) · a marauder — a pirate , Lat. pirata , i. e. one who attacks ships, (Polybius Historicus) (ML) [STEPBible CC BY]
Hi 2Oz 1
-
Hi 16,9
LXX · N.GPM
ὀργῇ χρησάμενος κατέβαλέν με ἔβρυξεν ἐπ᾿ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας βέλη πειρατῶν αὐτοῦ ἐπ᾿ ἐμοὶ ἔπεσεν -
Hi 25,3
LXX · N.DPM
μὴ γάρ τις ὑπολάβοι ὅτι ἔστιν παρέλκυσις πειραταῖς ἐπὶ τίνας δὲ οὐκ ἐπελεύσεται ἔνεδρα παρ᾿ αὐτοῦ -
Oz 6,9
LXX · N.GSM
καὶ ἡ ἰσχύς σου ἀνδρὸς πειρατοῦ ἔκρυψαν ἱερεῖς ὁδὸν κυρίου ἐφόνευσαν Σικιμα ὅτι ἀνομίαν ἐποίησαν
Teksty: LXX — Septuaginta, wyd. A. Rahlfs (1935); opracowanie cyfrowe i lematy: E. Wong, OSSP (CC BY-NC-SA 4.0)